• Γεώργιος Σακοράφας

Ελαστογραφία και όζοι θυρεοειδούς


Εισαγωγή

Οι όζοι θυρεοειδούς είναι ένα πολύ συνηθισμένο πρόβλημα υγείας. Αν υποβληθεί ο γενικός πληθυσμός σε υπερηχογράφημα τραχήλου υψηλής ευκρίνειας εκτιμάται ότι όζοι θυρεοειδούς (διαμέτρου έστω και λίγων χιλιοστών) θα ανευρεθούν σε ποσοστό έως και 60 ή και 70 %. Βασικό στοιχείο στη διαγνωστική διερεύνηση των ασθενών με όζους θυρεοειδούς είναι η αναγνώριση των όζων που υποκρύπτουν ή είναι πιθανόν να υποκρύπτουν κακοήθεια (υποκείμενος καρκίνος, ‘κακοήθεις όζοι’).


Υπερηχογράφημα και παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) – κυτταρολογική εξέταση

Το υπερηχογράφημα είναι σήμερα – σε συνδυασμό με την παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA, Fine-Needle Aspiration) – οι δύο βασικές μέθοδοι για τη διερεύνηση των ασθενών με όζους θυρεοειδούς. Ο έμπειρος ακτινολόγος είναι σε θέση να αναγνωρίσει ύποπτους ηχομορφολογικούς χαρακτήρες σε έναν όζο που συνδυάζονται με αυξημένη πιθανότητα να υποκρύπτεται κακοήθεια (π.χ. μικροαποτιτανώσεις, ανώμαλα ασαφή όρια, αυξημένη χαοτική εσωτερική αγγείωση, παρουσία τραχηλικής λεμφαδενοπάθειας κλπ.). Παρά ταύτα, η διάγνωση της κακοήθειας δεν μπορεί να τεθεί πάντα με αξιοπιστία με βάση τα ευρήματα του υπερηχογραφικού ελέγχου. Από την άλλη, η παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) έχει και αυτή τους περιορισμούς της, καθώς σε ένα ποσοστό μέχρι και 25 % τα αποτελέσματα της κυτταρολογικής εξέτασης του υλικού που λαμβάνεται με την FNA δεν είναι επαρκή για να θέσουν τη διάγνωση (‘indeterminate category’). Συνήθεις αναφορές στην κυτταρολογική εξέταση στην περίπτωση αυτή είναι η ατυπία απροσδιόριστης σημασίας, η θυλακιώδης βλάβη απροσδιόριστης σημασίας και το θυλακιώδες νεόπλασμα. Σε ένα μικρό ποσοστό επίσης μπορεί το δείγμα που λαμβάνεται με την παρακέντηση να μην περιέχει κυτταρικά στοιχεία, πράγμα απαραίτητο για την κυτταρολογική διάγνωση.


Ελαστογραφία

Η ελαστογραφία με διατμητικά κύματα (Shear wave elastography – SWE) είναι ένα επιπλέον διαγνωστικό ‘εργαλείο’ που έχει πρόσφατα προστεθεί σαν διαγνωστικό βοήθημα στο υπερηχογράφημα του τραχήλου. Με τη βοήθεια της ελαστογραφίας αξιολογείται η ελαστικότητα ενός ιστού προκειμένου να αναγνωριστεί η τυχόν παρουσία καρκίνου (που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη σκληρία των ιστών σε σύγκριση με τους φυσιολογικούς ιστούς). Στην κλασική (strain, compressive) ελαστογραφία ασκείται επαναλαμβανόμενα πίεση στους ιστούς με τον ηχοβολέα κατά τη διάρκεια του υπερηχογραφήματος παρατηρώντας την αλλαγή της ηχοδομής των ιστών, που μετράται και αποδίδεται σε χρωματική κλίμακα. Η ελαστογραφία με διατμητικά κύματα χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα που κινούνται ανάλογα με την σκληρότητα των ιστών μέσα στο σώμα, κάθετα προς τα κύματα που παράγουν και ανιχνεύουν οι κεφαλές των υπερήχων, επιτρέποντας τον ΠΟΣΟΤΙΚΟ προσδιορισμό της σκληρότητας των ιστών. Η ελαστογραφία με διατμητικά κύματα χρησιμοποιείται κυρίως στην Ευρώπη και πολύ λιγότερο στις ΗΠΑ.


Ελαστογραφία – πόσο χρήσιμη είναι για την διάκριση των καλοήθων από τους κακοήθεις όζους του θυρεοειδούς;

Προς το παρόν ο ακριβής ρόλος της SWE παραμένει απροσδιόριστος όσον αφορά την διαφοροδιάγνωση των καλοήθων από τους κακοήθεις όζους θυρεοειδούς. Κάποιοι συγγραφείς, βασιζόμενοι σε παλαιότερες αναδρομικές μελέτες ανέφεραν υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα (85 % και 94 %, αντίστοιχα), όσον αφορά την αξία της SWE για τη διάγνωση καρκίνου σε έναν όζο θυρεοειδούς. Άλλοι εντούτοις συγγραφείς σε πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις είναι περισσότερο επιφυλακτικοί, ιδιαίτερα για τη δύσκολη ομάδα των ασθενών με αμφιλεγόμενα (ασαφή) αποτελέσματα στην κυτταρολογική εξέταση (BethesdaIII, IV). Προς το παρόν, στην κλινική πράξη, τα αποτελέσματα της SWE θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη διαγνωστική διερεύνηση (σαν ένα επιπλέον διαγνωστικό στοιχείο), πάντα σε συνδυασμό με τα λοιπά ευρήματα του διαγνωστικού ελέγχου του ασθενούς.