• Γεώργιος Σακοράφας

Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός-ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή: αποτελεσματικότητα



Εισαγωγή


Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός οφείλεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων (80 – 85 %) σε μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς. Η κλασική παλαιότερη μέθοδος αντιμετώπισης του υπερπαραθυρεοειδισμού ήταν η λεγόμενη αμφοτερόπλευρη διερεύνηση τραχήλου (Bilateral Neck Exploration, BNE). Η ΒΝΕ εισήχθη στην κλινική πράξη το 1925 και παρέμεινε σε ευρεία χρήση μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Σε έμπειρα χέρια, η ΒΝΕ προσέφερε υψηλά ποσοστά ίασης (πάνω από 95 %), ενώ συνοδευόταν από χαμηλή συχνότητα εμφάνισης επιπλοκών (νοσηρότητα < 3 %). Η ΒΝΕ δεν είχε σαν προϋπόθεση τον προεγχειρητικό απεικονιστικό εντοπισμό του αδενώματος.


Η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή (ΜΙΡ)


Οι σημαντικές πρόοδοι της ιατρικής απεικόνισης, που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, προσφέρουν τη δυνατότητα αξιόπιστου και ακριβούς προεγχειρητικού εντοπισμού του αδενώματος. Με τον τρόπο αυτό άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά η τακτική της λεγόμενης ελάχιστα επεμβατικής (ή στοχευμένης, εκλεκτικής) παραθυρεοειδεκτομής (Minimally Invasive Parathyroidectomy [MIP], Selective / Targeted Parathyroidectomy). Στην ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή ο χειρουργός κατευθύνεται στοχευμένα στην περιοχή όπου έχει εντοπιστεί το αδένωμα. Η εκτομή του αδενώματος γίνεται μέσω μιας μικρής τομής (~ 2 έως 2.5 cm). Η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή έχει πλέον αντικαταστήσει στην πράξη την ΒΝΕ (αν και υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις όπου μπορεί να χρειαστεί να ακολουθηθεί η τακτική της ΒΝΕ). Και αυτό γιατί προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα (λιγότεροι χειρουργικοί χειρισμοί, μικρότερο ιστικό τραύμα, καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, μικρότερη ένταση πόνου, μικρότερη νοσηλεία κλπ).


Προεγχειρητικός εντοπισμός


Προϋπόθεση για να εφαρμοστεί η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή είναι ο ακριβής προεγχειρητικός εντοπισμός. Οι δύο βασικές εξετάσεις προεγχειρητικού εντοπισμού του αδενώματος είναι στην πράξη το υπερηχογράφημα παραθυρεοειδούς και το σπινθηρογράφημα παραθυρεοειδών (με Tc99m-sestamibi). H ιδανική περίπτωση για την ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή είναι να υπάρχει συμφωνία των δύο αυτών εξετάσεων. Σε κάποιες πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν κάποιες περισσότερο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως: αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, τετραδιάστατη αξονική τομογραφία (4D-CT), PET/CT scan κλπ.


Ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή - πόσο αποτελεσματική είναι στην αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού;


Όταν επιλέγεται με τα σωστά κριτήρια, η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Τα ποσοστά ίασης σε βάθος τριετίας είναι εξαιρετικά υψηλά (~ 97 %), ενώ χαμηλά είναι τα ποσοστά υποτροπής της νόσου (περίπου 1.5 %).

Η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή συνοδεύεται από ελάχιστη πιθανότητα εμφάνισης παροδικών (αναστρέψιμων) επιπλοκών (< 4 %). Συνηθέστερες είναι η υποασβεστιαιμία και η προσωρινή πάρεση του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου. Καθώς δεν γίνονται εκτεταμένοι χειρισμοί σε αμφότερες τις πλευρές του τραχήλου, η πιθανότητα εμφάνισης αυτών των επιπλοκών είναι πολύ μικρότερη σε σύγκριση με την κλασική BNE (αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου).

Συνολικά, τα αποτελέσματα της ελάχιστα επεμβατικής παραθυρεοειδεκτομής είναι ανώτερα σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της κλασικής ΒΝΕ, αν ληφθούν υπόψη όλες οι παράμετροι (ποσοστά ίασης, κόστος, νοσηρότητα, αισθητικό αποτέλεσμα, διάρκεια νοσηλείας).