• Γεώργιος Σακοράφας

Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός και εγκυμοσύνη - διάγνωση και αντιμετώπιση


Εισαγωγή


Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός και εγκυμοσύνη.- Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός δεν είναι συνήθης κατά τη διάρκεια της κύησης. Παρά ταύτα, σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών (5 – 10 %) ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός διαγιγνώσκεται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.


Διάγνωση


Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός στην εγκυμοσύνη διαγιγνώσκεται αρχικά με την ανακάλυψη υπερασβεστιαιμίας (συνήθως σε τυχαίο έλεγχο), που συνυπάρχει με αύξηση των επιπέδων παραθορμόνης στο αίμα. Για την αξιολόγηση της βαρύτητας της υπερασβεστιαιμίας κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα επίπεδα ασβεστίου ορού μειώνονται όσο εξελίσσεται η εγκυμοσύνη. Αυτό προφανώς οφείλεται στην αιμοαραίωση που παρατηρείται στην εγκυμοσύνη, καθώς αυξάνεται σημαντικά ο όγκος του πλάσματος στην έγκυο γυναίκα. Για τον λόγο αυτό κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης σαν ανώτερα φυσιολογικά όρια θεωρούνται τα 9.5 mg/dL.


Προεγχειρητικός εντοπιστικός έλεγχος


Για τον προεγχειρητικό εντοπισμό κατά τη διάρκεια της κύησης χρησιμοποιείται το υπερηχογράφημα. Το σπινθηρογράφημα παραθυρεοειδών (sestamibi Tc99m scan) και η αξονική τομογραφία αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της κύησης λόγω ακτινοβολίας. Σε ειδικές περιπτώσεις – αν χρειαστεί – η μαγνητική τομογραφία μπορεί να γίνει με ασφάλεια (προσοχή χρειάζεται στη χρήση γαδολινίου).


Αντιμετώπιση


Γενικά, ο ασυμπτωματικός ή ήπιος πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός που διαγιγνώσκεται στην εγκυμοσύνη μπορεί – στις περισσότερες περιπτώσεις – να αντιμετωπιστεί με απλή παρακολούθηση της εγκύου γυναίκας.

Σε περιπτώσεις εντούτοις που ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός συνοδεύεται από έντονα συμπτώματα (σπάνια) ή από βαριά υπερασβεστιαιμία μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση. Η επέμβαση (παραθυρεοειδεκτομή) μπορεί να γίνει με ασφάλεια κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Αντίθετα, θα πρέπει να αποφεύγεται στο πρώτο τρίμηνο (για την αποφυγή βλάβης του εμβρύου που είναι στη φάση της οργανογένεσης) και στο τρίτο τρίμηνο (για την αποφυγή της πιθανότητας πρόκλησης πρόωρου τοκετού).

Η αντιμετώπιση του ΡΗΡΤ που έχει διαγνωστεί πριν την κύηση θα πρέπει να γίνεται πριν η γυναίκα επιχειρήσει να μείνει έγκυος.