• Γεώργιος Σακοράφας

Υπερπαραθυρεοειδισμός, ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή & μετεγχειρητική υποασβεστιαιμία


Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή και μετεγχειρητική υποασβεστιαιμία-υποπαραθυρεοειδισμός


Πριν την ανάπτυξη των συγχρόνων μεθόδων απεικόνισης, η κλασική μέθοδος αντιμετώπισης του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού ήταν η κλασική αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου. Στην τεχνική αυτή, ο χειρουργός – που θα πρέπει να διαθέτει εμπειρία στη χειρουργική θυρεοειδούς και παραθυρεοειδών – αναγνωρίζει και τους τέσσερις παραθυρεοειδείς αδένες. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζει στη διάρκεια της επέμβασης τον υπερλειτουργούντα παραθυρεοειδικό ιστό (συνηθέστατα μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς) και προχωρά στην εκτομή του. Σε έμπειρα χέρια, η αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου έχει υψηλά ποσοστά επιτυχίας (> 95 %) όσον αφορά την αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού.


Μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός - υποασβεστιαιμία μετά από αμφοτερόπλευρη διερεύνηση τραχήλου


Εντούτοις, η αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου συνοδεύεται από συγκεκριμένα μειονεκτήματα, σε σύγκριση με την ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια σαν η μέθοδος εκλογής για την αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Ένα ιδιαίτερο μειονέκτημα είναι τα αυξημένα ποσοστά μετεγχειρητικού παροδικού υποπαραθυρεοειδισμού και υποασβεστιαιμίας μετεγχειρητικά. Τα ποσοστά αυτά κυμαίνονται από 15 έως 25 %. Η εμφάνιση μετεγχειρητικού υποπαραθυρεοειδισμού μετά από αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου οφείλεται κατά βάση στους χειρουργικούς χειρισμούς που γίνονται στην προσπάθεια αναγνώρισης όλων των παραθυρεοειδών αδένων και είναι συνηθέστατα αποτέλεσμα ισχαιμίας. Στο φαινόμενο αυτό συμβάλλει και η σχετική λειτουργική ‘αδράνεια’ των υγιών παραθυρεοειδών αδένων λόγω καταστολής τους από τον υπερλειτουργούντα παραθυρεοειδικό ιστό. Μέχρις ότου οι λειτουργικά σχετικά ‘αδρανείς’ παραθυρεοειδείς αναλάβουν την λειτουργίας τους στη μετεγχειρητική περίοδο – σε συνδυασμό με την πιθανή ισχαιμία – χρειάζεται να παρέλθει ένα άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, όπου ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει μετεγχειρητικό υποπαραθυρεοειδισμό και υποασβεστιαιμία. Σπανιότερα, τέλος, μπορεί να ευθύνεται και το “σύνδρομο του πεινασμένου οστού” (hungry bone syndrome).


Μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός - υποασβεστιαιμία μετά από ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή


Αντίθετα, στην ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή, ο προσωρινός μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός είναι αρκετά σπανιότερος (5 %). Σε αυτή την περίπτωση ο μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην λειτουργική ‘αδράνεια’ (λόγω καταστολής της λειτουργίας τους) των φυσιολογικών παραθυρεοειδών αδένων (και πολύ σπανιότερα το «σύνδρομο του πεινασμένου οστού»), ενώ εκλείπει τελείως ο παράγων ‘ισχαιμία’, καθώς δεν γίνεται κανένας απολύτως χειρουργικός χειρισμός στους υγιείς παραθυρεοειδείς. Παράλληλα, στην ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή εκλείπει πρακτικά τελείως η πιθανότητα μόνιμου μετεγχειρητικού υποπαραθυρεοειδισμού, κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί στην περίπτωση της κλασικής αμφοτερόπλευρης διερεύνησης του τραχήλου.

Η σημαντικά μικρότερη πιθανότητα προσωρινού μετεγχειρητικού υποπαραθυρεοειδισμού και η πρακτικά μηδενική πιθανότητα μόνιμου υποπαραθυρεοειδισμού είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα της ελάχιστα επεμβατικής παραθυρεοειδεκτομής σε σύγκριση με την κλασική αμφοτερόπλευρη διερεύνηση του τραχήλου.